Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ/ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

ΠώΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

ς γράφτηκε το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Άξιον Εστί».

«Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση. Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία - που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».

ΤΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Χαρακτηριστικό του είναι πως σ΄ αυτό το έργο απο­θεώνεται η οργάνωση του ποιητικού υλικού, η οποία εντούτοις δεν εγκλωβίζει την ποιητική έκφραση σε προκαθορισμένα σχήματα, αλλά ανα­πνέει με μιαν άγνωστη έως τότε στην ελληνική ποίηση, ανάσα.
Ένα άλλο γνώρισμα, που προσδίδει ιδιαίτερο θέλγητρο σε ολόκληρο το έργο, είναι η συνειδητή χρήση εκφραστικών τρόπων και σχημάτων της ορθόδο­ξης εκκλησιαστικής παράδοσης. Το γνώρισμα αυτό δεν παραμένει μια ε­ξωτερική ιδιορρυθμία του ποιητή ή έ­να αυθαίρετο γλωσσικό δάνειο, αλλά συνδέεται οργανικά με τις βαθύτε­ρες φλέβες του έργου και της όλης σύνθεσης, τονίζοντας έτσι τον ου­σιαστικό δεσμό που υπάρχει, αιώνες τώρα, ανάμεσα στον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία.
Επεξεργασμένο σχέδιο αρμονίας και ρυθμού που αποδίδεται με:
- την απόλυτη μεταξύ τους ισομέρεια των στίχων,
- την αρμονική διάταξη των στίχων,
- τις τομές στα ημιστίχια (στο βιβλίο δη­λώνονται με τυπογραφικά στολίδια),
- την κατά τακτά διαστήματα παρεμβολή των πεζών «Αναγνωσμάτων»,
- τις επα­ναλήψεις στιχουργικών μορφών
Ο χωρισμός του «Αξιον Εστί» σε τρεις ενότητες αποκαλύπτει τη θε­ματική διαίρεση της συνθέσεως. Τα τρία μέρη έχουν μίαν αυτοτέλεια, η οποία απηχεί χρόνο διαφορετικής, σε πρώτη σύλληψη και σε πρώτη καταγραφή ,αντιλήψεως
Η συνδετική ιδέα, που ως άξονας ουσιώ­δης συναρθρώνει την όλη σύνθεση, περιέχεται στη φράση: «αυτός ο κό­σμος ο μικρός, ο μέγας». Η φαινομε­νική αυτή αντίφαση αντικαθρεπτίζει την αντίθεση που δημιουργείται στο συνειδέναι του ανθρώπου μεταξύ του ενός (είναι) και των πολλών (γί­γνεσθαι), που δεν είναι παρά μία κατ' αίσθησιν διάσπαση του ενός σε πολ­λά. Ο ποιητής ρίχνει το φως σ' ένα συγκεκριμένο άτομο, σ' ένα συγκε­κριμένο λαό, σ' ένα συγκεκριμένο χώρο, για να αφηγηθεί ένα συγκεκρι­μένο δράμα, μιας βαθύτατα ανθρώπινης όσο και ιστορικής οδύνης.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΤΑ ΠΑΘΗ ΑΣΜΑ Η
ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ
ΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΗΛΙΑΓΕΣ μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισια ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ως κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας νά ‘ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά εκείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά – μακριά μέσα στο μέλλον του – που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, νάν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.
Πάνω σε κείνη τη στιγμή, ο Μεγάλος Ξένος, αυτός που ακολουθούσε με τα τρία σειρήτια στο γιακά, στηρίζοντας στη μέση τα χέρια του, κάγχασε: ορίστε, είπε, ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Και μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής, καταπρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο. Αλλά τρίτη φορά ο Λευτέρης δε σάλεψε. Τότε, τυφλός από τη λίγη πέραση που ‘χε η δύναμη στα χέρια του, ο άλλος μη γνωρίζοντας τι πράττει, τράβηξε το περίστροφο και του το βρόντηξε σύρριζα στο δεξί του αυτί.
Και πολύ τρομάξανε τα παιδιά, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, κέρωσαν. Επειδή πήγανε κι ήρθανε γύρω τα χαμόσπιτα, και σε πολλές μεριές το πισσόχαρτο έπεσε και φανήκανε μακριά, πίσω απ’ τον ήλιο, οι γυναίκες να κλαίνε γονατιστές, πάνω σ’ ένα έρμο οικόπεδο, γεμάτο τσουκνίδες και μαύρα πηχτά αίματα. Ενώ σήμαινε δώδεκα ακριβώς το μεγάλο ρολόι των αγγέλων.

Ανάλυση η΄ Άσματος:
ΓΥΡΙΣΑ τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
            κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
            τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
            κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλο αιώνα
            τις θηλιές ετοιμάζουν
Ο ποιητής, με δάκρυα στα μάτια, κοιτάζει απ’ το παράθυρο τα καταχιονισμένα δέντρα (ο χειμώνας του 1941-42 υπήρξε δριμύτατος) στις κοιλάδες (πληθυντικός για να τονιστεί η κυριαρχία του ίδιου σκηνικού σε όλη τη χώρα), και προλέγει στους Έλληνες, που τους νιώθει όλους σαν αδέλφια του, πως ακόμη και τα δέντρα θα ατιμαστούν από τους κατακτητές. Άνθρωποι με προσωπίδες (καταδότες) ετοιμάζονται να προδώσουν τους αγωνιστές -τις θηλιές ετοιμάζουν- και τα αγνά δέντρα του ελληνικού τοπίου θα χρησιμοποιηθούν, από τους Γερμανούς, ως αγχόνες για να κρεμάσουν εκεί όσους τολμούν να αντιστέκονται στη θέλησή τους.
Οι Προσωπιδοφόροι είναι εκείνοι οι Έλληνες -οι Γερμανοί δεν είχαν λόγο να κρύβουν το πρόσωπό τους, ενώ οι Έλληνες καταδότες προσπαθούσαν να προφυλάξουν την ταυτότητά τους-, που θα εκμεταλλευτούν τη νέα κατάσταση, θα συνεργαστούν με τους κατακτητές και θα προδώσουν τους αδελφούς τους, μόνο και μόνο για αποκομίσουν οικονομικά οφέλη και φυσικά να μη χρειαστεί να υποφέρουν μαζί με τους συμπατριώτες τους.
Η λέξη γράφεται με κεφαλαίο για να δοθεί με έμφαση η κατηγορία αυτών των ανθρώπων που μπροστά στο δικό τους συμφέρον δεν αναγνωρίζουν ούτε πατρίδα, ούτε φιλικούς και εθνικούς δεσμούς.
Η προφητική διατύπωση του ποιητή «μες στον άλλον αιώνα», έρχεται να υπενθυμίσει πως τα γεγονότα εκείνα είναι ακόμη η αρχή της συμφοράς και ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν πολύ περισσότερο, καθώς οι άνθρωποι θα λυγίζουν μπροστά στις κακουχίες και θ’ αρχίσουν να στρέφονται ο ένας κατά του άλλου, προκειμένου να επιβιώσουν.
Η φράση αυτή, πάντως, διατήρησε ακέραια την προφητική της διάσταση, υπό την έννοια πως έκτοτε υπήρξαν πολλές φορές που Έλληνες πρόδωσαν την πατρίδα τους, εξυπηρετώντας ξένα συμφέροντα και αποκομίζοντας ίδιον όφελος.

Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
            σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
            τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
            που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
            ο μίτος του Θανάτου!

Ο ποιητής, χρησιμοποιώντας μια υπερρεαλιστική εικόνα, λέει πως δάγκωσε την ημέρα και δεν έσταξε ούτε μια σταγόνα πράσινο αίμα, θέλοντας να εκφράσει έτσι την απόλυτη απουσία ζωτικότητας, αλλά και ελπίδας. Η χώρα αντιμέτωπη με το θάνατο, την πείνα, το φόβο και τη δυστυχία, νεκρώνει και οι πολίτες δεν έχουν πια την παραμικρή ελπίδα.
Ο Ελύτης προτιμά να αναφερθεί σε πράσινο αίμα, που παραπέμπει στην ελπίδα, αλλά και στους χυμούς των φυτών, που συμβολίζουν τη ζωή και την άνοιξη, αποφεύγοντας μια αναφορά σε κόκκινο αίμα που θα ηχούσε επώδυνη και εξαιρετικά οικεία στους ανθρώπους που είχαν αντικρίσει πολλαπλές δολοφονίες.
Αμέσως μετά ο ποιητής φωνάζει στις πύλες -μπορούμε να εννοήσουμε εδώ τις πύλες της πόλεως ή ακόμη και τις πύλες του Άδη, μιας και ο θάνατος κυριαρχεί και χαρακτηρίζει εκείνη την εποχή- και η φωνή του παίρνει τη θλίψη των φονιάδων. Η σκέψη αυτή του ποιητή, που εντοπίζεται και στο Τέταρτο Ανάγνωσμα «και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη και το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, κέρωσαν», υποδηλώνει πως ακόμη και οι φαινομενικά άσπλαχνοι και συναισθηματικά απρόσιτοι Γερμανοί στρατιώτες, τρομάζουν, θλίβονται και συγκλονίζονται μπροστά στο θάνατο. Ο θάνατος, άλλωστε, είναι η μόνη έννοια (κατάσταση) που προκαλεί τρόμο και ταπεινώνει όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, καθώς όλοι αντιλαμβάνονται πως στο σημείο αυτό επέρχεται η πλήρης εξίσωσή τους. Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει από το θάνατο και κανείς δεν μπορεί να τον αντικρίσει, χωρίς να συλλογιστεί πως πλησιάζει κι η δική του σειρά.
Κι ενώ, ακόμη και οι φονιάδες θλίβονταν μπροστά στο άθλιο θέαμα του καταστροφικού τους έργου, ο πυρήνας στο κέντρο της γης όλο και σκοτεινιάζει. Η φρίκη, ο πόνος και το πένθος που έχει καλύψει όλη την Ελλάδα, διαπερνά τη γη και φτάνει ως τον πυρήνα της. Τίποτε δε μένει ασυγκίνητο μπροστά στο θέαμα των χιλιάδων νεκρών, που πεθαίνουν όχι μόνο από εχθρικά πυρά, αλλά και από την πλήρη έλλειψη τροφής.
Ο θάνατος κυριαρχεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και η αχτίδα του ήλιου, που άλλοτε αποτελούσε πηγή ζωής και ευδαιμονίας, τώρα γίνεται ο μίτος, το νήμα που οδηγεί τους ανθρώπους σ’ αυτόν. Ο ερχομός της καινούριας μέρας, έπαψε να είναι η αρχή μιας καινούριας ελπίδας, έπαψε να ξυπνά την αισιοδοξία στους ανθρώπους. Τώρα πια, το μόνο που έχει να τους προσφέρει είναι νέες συμφορές και ακόμη περισσότερους θανάτους.

Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
            παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
            στ’ αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σε σας ο Χάρος
            τη φούχτα του γεμάτη
Μεσ’ απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
            αδικοσκοτωμένων
Τραγικές φιγούρες της νέας φρικτής εποχής οι γυναίκες, ανύπαντρες ή παντρεμένες, μητέρες ή όχι, που μένουν πίσω να πενθούν τους χαμένους άντρες και να θρηνούν τα παιδιά τους. Κι ενώ παλιότερα πήγαιναν στη βρύση για να δώσουν νερό στα αηδόνια των αγγέλων (εξαιρετική απόδοση των εύθυμων φωνών και γέλιων που συνοδεύουν τα μικρά παιδιά), τώρα έρχονται αντιμέτωπες με τη γενναιοδωρία του Χάρου, που τους προσφέρει μια γεμάτη χούφτα απ’ το μακάβριο έργο του. Οι γυναίκες πια πηγαίνουν στα πηγάδια κι αντί να τραβήξουν πάνω νερό, τραβούν, με φρίκη, τα αποσυντιθέμενα κορμιά των εκτελεσμένων, που πετούσαν στα πηγάδια οι κατακτητές.

Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
            που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * στα ψηλά καμιόνια
            το φόρτωσαν και πάει
Μες την έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
            το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
            ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Ούτε η οργή και η δύναμη της φωτιάς δεν μπορεί να συγκριθεί με την αγανάκτηση και την οργή που αισθάνεται ο ποιητής βλέποντας τους συνανθρώπους του να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες απ’ την πείνα. Η πόλη των Αθηνών χτυπιέται περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή απ’ το λιμό και οι νεκροί μαζεύονται με τα κάρα απ’ τους δρόμους και τα πεζοδρόμια.
Οι Γερμανοί κατακτητές φροντίζουν να πάρουν τα αποθέματα σιταριού της χώρας, και να τα φορτώσουν σε καμιόνια για να τα στείλουν στα στρατεύματά τους. Ο ελληνικός λαός θυσιάζεται με το φρικτότερο τρόπο, προκειμένου να τραφούν οι Γερμανοί στρατιώτες και να συνεχίσουν το φονικό τους έργο.
Το μόνο που απομένει στην πολιτεία που νεκρώνεται από την απάνθρωπη πείνα, η μόνη μορφή αντίστασης που παραμένει και δίνει μια ελάχιστη σπίθα ελπίδας στους Έλληνες, είναι το χέρι εκείνων που γράφουν συνθήματα στους τοίχους. Τα πολύτιμα αυτά συνθήματα, γράφονταν συνήθως τις νύχτες με μεγάλη δυσκολία, καθώς οι Γερμανοί είχαν επιβάλει ρητή απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τη δύση του ήλιου. «ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» είναι τα αιτήματα των ανθρώπων που λιμοκτονούν και υποφέρουν κάτω απ’ την ανελέητη γερμανική εξουσία.

Φύσηξεν η νύχτα * σβήσανε τα σπίτια
            κι είναι αργά στην ψυχή μου
Δεν ακούει κανένας * όπου κι αν χτυπήσω
            η μνήμη με σκοτώνει
Αδελφοί μου, λέει * μαύρες ώρες φτάνουν
            ο καιρός θα δείξει
Των ανθρώπων έχουν * οι χαρές μιάνει
            τα σπλάχνα των τεράτων
Καθώς η νύχτα πλησιάζει, τα σπίτια σβήνουν, σχολιάζει ο ποιητής, δίνοντας μια εικόνα που παρουσιάζει την απαγόρευση που είχαν θέσει οι κατακτητές για το φωτισμό των σπιτιών. Μόλις νύχτωνε οι Έλληνες όφειλαν να παραμείνουν μέσα στα σπίτια τους και να σβήνουν τα φώτα, χρησιμοποιώντας κατ’ ανάγκη κεριά για να κινούνται μέσα στα ίδια τους τα σπίτια. Έτσι, ο στίχος φύσηξεν η νύχτα / σβήσανε τα σπίτια, μας παραπέμπει στο φύσημα που σβήνει τα κεριά.
Ο ερχομός της νύχτας χρησιμοποιείται απ’ τον ποιητή και ως συμβολισμός για το σκοτείνιασμα της ψυχής του. Ο πόνος και η απόγνωση που γεννιούνται στην ψυχή του, τον κυριεύουν πλέον, ενώ παράλληλα αισθάνεται πως δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να μοιραστεί μαζί του τις επώδυνες αυτές σκέψεις. Όπου κι αν χτυπήσει -εννοεί σ’ όποια πόρτα κι αν χτυπήσει- η μνήμη τον σκοτώνει, καθώς κάθε σπίτι, κάθε φίλος και συμπολίτης του έχει υποστεί κάποια τραγική απώλεια. Έτσι, ο ποιητής βιώνει μιαν αποπνικτική μοναξιά και συνάμα γνωρίζει πως όσα ήδη έζησε (η μνήμη) προμηνύουν ακόμη χειρότερες καταστάσεις. Γι’ αυτό όταν δίνει το λόγο στη μνήμη, ό,τι ακούγεται είναι μια σκοτεινή πρόβλεψη για ακόμη πιο δύσκολες ώρες, για ακόμη πιο επώδυνες εμπειρίες.
Το καταληκτικό δίστιχο, άλλωστε, είναι ενδεικτικό ως προς αυτό: «οι χαρές των ανθρώπων», -ένας τραγικός ευφημισμός για τους θανάτους και την εξαθλίωση των Ελλήνων- έχουν μιάνει τα σπλάχνα των τεράτων. Όλοι αυτοί οι θάνατοι έχουν μολύνει πια τις ψυχές των Γερμανών φονιάδων και τους έχουν κάνει εντελώς απάνθρωπους. Όσα έκαναν μέχρι τώρα λειτουργούν ως μέσο απευαισθητοποίησης και τους προετοιμάζουν για ακόμη σκληρότερες συμπεριφορές, για ακόμη φονικότερες διαθέσεις, καθώς πλέον όχι μόνο δε νιώθουν ενοχές για τη φονική τους δράση, αλλά αποκτούν μια χαιρέκακη και σαδιστική ψυχολογία απέναντι στους εξαθλιωμένους Έλληνες.
Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου (σελ.260)
1.         Ο Ελύτης στο Άξιον εστί μιλάει συχνά ως εθνικός ποιητής (ποιητής – προφήτης, όπως τον χαρακτήρισαν πολλοί). Να τεκμηριώσετε την παραπάνω άποψη με στίχους και εκφράσεις του ποιήματος.
 Ο Ελύτης στο έργο του Άξιον εστί γράφει προφητικά σε σχέση με τη μοίρα του λαού και του τόπου του. Αυτό γίνεται φανερό από το θέμα του ποιήματος αλλά και από τον γενικότερο τόνο, ο οποίος είναι σοβαρός και βαθύς. Επίσης, χρησιμοποιεί εκφράσεις, οι οποίες προβάλλουν τη συναισθηματική φόρτιση του ποιητή, πως και ο ίδιος είναι μέρος του συνόλου αλλά και των προβλημάτων, μέσα από τις εκφράσεις «αδελφοί μου είπα», «που πένεται ο λαός μου», «αδελφοί μου, λέει, μαύρες ώρες φτάνουν», «γύρισα τα μάτια δάκρυα γιομάτα κατά το παράθυρο», «φώναξα στις πύλες». Τέλος, μπορούμε να πούμε πως όλος ο χαρακτήρας του κειμένου θυμίζει εκκλησιαστικό κείμενο
 2. Ποιο είναι το γενικότερο κλίμα της κατοχής που δίνουν οι στροφές 2, 3, 4 και πώς εκφράζεται;
Το κλίμα της κατοχής φαίνεται ξεκάθαρα από τη στροφή 2 έως 4. Ο ποιητής αναφέρεται στην απουσία της ζωής στο χώρο. Μάλιστα, χρησιμοποιώντας διάφορα εκφραστικά μέσα προβάλλει την ένταση της κατάστασης. Μέσα από την προσωποποίηση - μεταφορά «δάγκωσα τη μέρα … πράσινο αίμα», δίνει μια Συσσίτιο στην κατεχόμενη Αθήνα εικόνα από αίμα και χλωροφύλλη των φυτών. Επίσης, μια άλλη εικόνα, η οποία δίνει την παρουσία του θανάτου στο χώρο είναι: «φώναξα στις πύλες» και «μες στης γης το κέντρο φάνηκε ο πυρήνας που όλο σκοτεινιάζει». Στην τρίτη στροφή πάλι συναντάμε σημαντικά εκφραστικά μέσα, τα οποία δίνουν στον αναγνώστη να δει την κατάσταση που επικρατεί. Η πείνα και ο θάνατος παρουσιάζονται με την εικόνα των γυναικών και των νεκρών μέσα στο πηγάδι, καθώς επίσης και με την προσωποποίηση του Χάρου που δίνει απλόχερα τις δωρεές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου