Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

οδηγίες επεξεργασίας πηγών

Μαθαίνω να αναλύω τους πίνακες και τις πηγές και να αξιοποιώ τα στοιχεία τους
Η ενασχόληση με τις πηγές μπορεί να ακολουθεί την εξής πορεία: Παρουσίαση σύντομων αποσπασμάτων από πρωτογενείς ή δευτερογενείς γραπτές πηγές, που αναφέρονται σε θέμα της διδασκόμενης ενότητας. Διευκρίνιση βασικών ιστορικών όρων. Σύνθεση των κυριοτέρων πληροφοριών τις οποίες περιέχουν τα κείμενα και ανάλυση της επιχειρηματολογίας των συντακτών τους.




Κατά τη βαθμολόγηση απαντήσεων σε ερωτήσεις που απαιτούν επεξεργασία ιστορικού υλικού (παραθεμάτων, εικόνων, διαγραμμάτων, χαρτών κτλ.) αξιολογείται, ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατά περίπτωση διατύπωση της ερώτησης, η ικανότητα του μαθητή: Να περιορίζει αυστηρά την απάντησή του σε όσα ζητεί η ερώτηση και να μην επεκτείνεται σε γενικόλογο συνολικό σχολιασμό ή παρουσίαση του περιεχομένου της "πηγής". Να αντιλαμβάνεται την ακριβή σημασία των ιστορικών όρων που περιέχει η "πηγή". Να εντοπίζει τη ζητούμενη πληροφορία και να τη συγκρίνει με την αντίστοιχη πληροφορία του σχολικού βιβλίου ή άλλης "πηγής" που του δίνεται προς εξέταση. Να εντοπίζει τις ομοιότητες και τις διαφορές αφενός ανάμεσα στο περιεχόμενο και αφετέρου ανάμεσα στην οπτική δύο ή περισσοτέρων "πηγών". Να αναγνωρίζει το είδος της "πηγής" και να εντάσσει την πληροφορία της "πηγής" στα γενικότερα ιστορικά της συμφραζόμενα.Να συνοψίζει επιγραμματικά τις πληροφορίες που του ζητούνται. Να συμπληρώνει, να υποστηρίζει ή να αντικρούει την επιχειρηματολογία της "πηγής" με βάση τις ιστορικές του γνώσεις. Να συνθέτει το περιεχόμενο δύο ή περισσοτέρων "πηγών".
 Με βάση τις παραπάνω απαιτήσεις των εξετάσεων ο μαθητής θα πρέπει να ακολουθήσει τα εξής βήματα στην επεξεργασία του παραθέματος: 1. προσεκτική ανάγνωση της ερώτησης για να εντοπιστούν με ακρίβεια τα ζητούμενά της 2. εξονυχιστική μελέτη της πηγής για να επισημανθούν τα στοιχεία της που θα χρησιμοποιηθούν στη σύνθεση της απάντησης. Τα στοιχεία αυτά μπορεί να επιβεβαιώνουν την αφήγηση του βιβλίου, να τη συμπληρώνουν ή (σπανιότερα) και να είναι αντίθετα με αυτήν. 3. επισήμανση του αποσπάσματος (ή των αποσπασμάτων) από το σχολικό βιβλίο που θα χρησιμοποιηθεί στην απάντηση και 4. συνδυασμός του αποσπάσματος του σχολικού βιβλίου με τα στοιχεία της πηγής για τη σύνθεση μιας ολοκληρωμένης απάντησης.
 Στη συνέχεια παραθέτουμε κάποια παραδείγματα ανάλυσης πηγών και πινάκων για να μπορέσει ο μαθητής να κατανοήσει τον τρόπο επεξεργασίας τους. Ερώτηση: Να παρουσιάσετε τις συνθήκες που επικρατούν στο εσωτερικό εμπόριο του νέου ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα, βασιζόμενοι στις ιστορικές γνώσεις και τις πληροφορίες του κειμένου που ακολουθεί.
1. Οι εμποροπανήγυρεις "Αι πανηγύρεις εισίν εμπορικαί συναθροίσεις εντός πόλεων ή αγροτικών δήμων τελούμενοι κατ' έτος εις ωρισμένην εποχήν, εις ας συρρέουσιν εκ των παρακειμένων πόλεων έμποροι προς πώλησιν των εμπορευμάτων των, ή έτεροι προς αγορών ετέρων της πόλεως ή του δήμου εν τω οποίω τελείται η πανήγυρις. Εις εποχήν καθ' ην το εσωτερικόν εμπόριο υπεβάλλετο εις περιορισμούς, οι τοιαύται συναθροίσεις έχαιραν προνόμια τινά και ατέλειας, και η ύπαρξίς των καθίστατο αναγκαία, αλλ' αφ' ότου το εσωτερικόν εμπόριον εκτήσατο πλήρη ελευθερίαν, ου μόνον απώλεσαν αύται την σπουδαιότητα των αλλά και αποκρούονται παρά τίνων οικονομολόγων ως ενισχύουσαι την αγοράν. | Αι πανηγύρεις αύται καθίστανται παρ' ημίν διό Β. Διατάγματος και διαρκούσιν από 3-8 ημέρας. Κατά τι δε ψήφισμα του Κυβερνήτου της 4ης Φεβρουαρίου 1830, ισχύον και μέχρι σήμερον, επιτίθεται φόρος επί τα εις τας πανηγύρεις ταύτας εισαγόμενα εμπορεύματα, "δύο μεν φοινίκων επί τα χονδρικά φορτία, τεσσάρων δε επί τα ψιλικά", κατά την έκφρασιν του ψηφίσματος, και ο φόρος ούτος εγγράφεται εις τους προϋπολογισμούς των δήμων ως τακτικόν έσοδον. Οι εκ των πανηγύρεων και των εν αυταίς ανεγειρομένων παραπηγμάτων πόροι των διαφόρων 1 33 η Ενότητα δήμων ανήρχοντο το 1859 εις δραχμάς 29.836. Αι σήμερον κατ' έτος τελούμεναι καθ' όλον το Κράτος πανηγύρεις εισίν 29 τον αριθμόν". Α. Μανσόλα, Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος, Αθήναι. Εθνικόν Τυπογραφείον, 1867. α. 132.
Εντοπίζω τα ζητούμενα της ερώτησης - οι συνθήκες του εσωτερικού εμπορίου - τον 19ο αιώνα Επισημαίνω στην πηγή τα στοιχεία που θα χρησιμοποιήσω στην απάντησή μου “Αι πανηγύρεις εισίν εμπορικαί συναθροίσεις εντός πόλεων ή αγροτικών δήμων τελούμενοι κατ’ έτος εις ωρισμένην εποχήν, εις ας συρρέουσιν εκ των παρακειμένων πόλεων έμποροι προς πώλησιν των εμπορευμάτων των, ή έτεροι προς αγορών ετέρων της πόλεως ή του δήμου εν τω οποίω τελείται η πανήγυρις. Εις εποχήν καθ’ ην το εσωτερικόν εμπόριο υπεβάλλετο εις περιορισμούς, οι τοιαύται συναθροίσεις έχαιραν προνόμια τίνα και ατέλειας, και η ύπαρξίς των καθίστατο αναγκαία, αλλ’ αφ’ ότου το εσωτερικόν εμπόριον εκτήσατο πλήρη ελευθερίαν, ου μόνον απώλεσαν αύται την σπουδαιότητα των αλλά και αποκρούονται παρά τίνων οικονομολόγων ως ενισχύουσαι την αγοράν. | Αι πανηγύρεις αύται καθίστανται παρ’ ημίν διό Β. Διατάγματος και διαρκούσιν από 3-8 ημέρας. Κατά τι δε ψήφισμα του Κυβερνήτου της 4ης Φεβρουαρίου 1830, ισχύον και μέχρι σήμερον, επιτίθεται φόρος επί τα εις τας πανηγύρεις ταύτας εισαγόμενα εμπορεύματα, “δύο μεν φοινίκων επί τα χονδρικά φορτία, τεσσάρων δε επί τα ψιλικά”, κατά την έκφρασιν του ψηφίσματος, και ο φόρος ούτος εγγράφεται εις τους προϋπολογισμούς των δήμων ως τακτικόν έσοδον. Οι εκ των πανηγύρεων και των εν αυταίς ανεγειρομένων παραπηγμάτων πόροι των διαφόρων δήμων ανήρχοντο το 1859 εις δραχμάς, 29.836. Αι σήμερον κατ’ έτος τελούμεναι καθ’ όλον το Κράτος πανηγύρεις εισίν 29 τον αριθμόν” 34 Γ΄ Λυκείου Ιστορία Κατεύθυνσης Εντοπίζω το απόσπασμα της ιστορικής αφήγησης από το βιβλίο Σελ. 19: Τα οικονομικά . . . της ανεξαρτησίας

Συνθέτω την απάντησή μου: (με τα κανονικά γράμματα είναι οι πληροφορίες του βιβλίου ενώ με τα πλάγια τα στοιχεία που αποκόμισα από το παράθεμα) Απάντηση:

Τα οικονομικά μεγέθη της μετεπαναστατικής Ελλάδας, ο μικρός πληθυσμός, η περιορισμένη αγοραστική δυνατότητα των κατοίκων της, η απουσία παραγωγικών μονάδων μεγάλου μεγέθους καθήλωναν, σε ολόκληρο το 19ο αιώνα, την εσωτερική εμπορική κίνηση σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Μόνο προς τις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα δημιουργήθηκε στις μεγαλύτερες πόλεις μια άξια λόγου εμπορική κίνηση, η οποία όμως, σε μεγάλο ποσοστό, τροφοδοτήθηκε από εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα. Για τους ίδιους λόγους, το εμπόριο της χώρας συνδέθηκε με το εξωτερικό, από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας. Τα ιστορικά στοιχεία σχετικά με το εσωτερικό εμπόριο στο ελληνικό κράτος συμπληρώνονται και διευρύνονται από το παράθεμα. Όπως προαναφέρθηκε, η εσωτερική εμπορική κίνηση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα βρισκόταν σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Μια σημαντική έκφραση της ήταν οι εμποροπανηγύρεις, δηλαδή οι εμπορικές συγκεντρώσεις που γίνονταν σε διάφορες πόλεις μια φορά το χρόνο και διαρκούσαν 3-8 ημέρες. Σ’ αυτές συγκεντρώνονταν έμποροι από διάφορες περιοχές για να διαθέσουν τα προϊόντα τους και η λειτουργία τους καθοριζόταν από συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προέβλεπε ορισμένο ύψος φόρων για τα διατιθέμενα προϊόντα. Ο φόρος αυτός αποτελούσε τακτικό έσοδο των δήμων. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι εμποροπανηγύρεις είχαν σημαντικό ρόλο, γιατί υπήρχαν περιορισμοί στη διακίνηση των εμπορικών αγαθών. Όταν, όμως, οι περιορισμοί για τη συνηθισμένη εμπορική δραστηριότητα καταργήθηκαν, οι εμποροπανηγύρεις, που λειτουργούσαν υπό προνομιακό καθεστώς, έχασαν τη σπουδαιότητα τους και το 1867, όπως μας πληροφορεί το παράθεμα, είχαν περιοριστεί σε 29. Γενικά, οι εμποροπανηγύρεις, που επί Τουρκοκρατίας ήταν σημαντική έκφραση της εμπορικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της χώρας και κάλυπταν σημαντικές ανάγκες, από την απελευθέρωση άρχισαν να φθίνουν. Τούτο αποδεικνύεται και από το ύψος του φόρου που εισέπρατταν οι δήμοι και το οποίο το 1859 είχε περιοριστεί σε 29.836 δραχμές.
Με τον ίδιο τρόπο εργαζόμαστε και στην ερώτηση που ακολουθεί:
Ερώτηση: Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και το περιεχόμενο της πηγής που ακολουθεί να παρουσιάσετε τις προσπάθειες που έγιναν και τους παράγοντες που συντέλεσαν στην ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας στο ελληνικό κράτος κατά τον 19ο αιώνα.
2. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία τον 19ο αιώνα “Στη μετεπαναστατική περίοδο η εμπορική ναυτιλία ήταν ο μόνος τομέας της χώρας που κατόρθωσε γρήγορα να επανακτήσει την παλιά ζωτικότητά του... Με την αποκατάσταση της ειρήνης ιδρύθηκαν νέα ναυπηγεία σε πολλά νησιά και λιμάνια... Στην αρχή οι ναυπηγικές επιχειρήσεις στηρίχτηκαν στο παλιό συντροφικό σύστημα: καπεταναίοι, ναυτικοί, καραβομαραγκοί και ξυλέμποροι συνεταιρίζονταν, συνταίριαζαν επαγγελματικές ικανότητες και μοιράζονταν τα κέρδη. Όπως και προεπαναστατικά, οι πλούσιοι Έλληνες της διασποράς έκαναν συχνά επενδύσεις στις ελληνικές ναυτιλιακές επιχειρήσεις... Μετά την Επανάσταση , η Σύρος και, αργότερα, ο Πειραιάς έγιναν τα κύρια εμπορικά κέντρα... Η ζωτικότητα του νησιού (Σύρου) ήταν τόσο μεγάλη, που σε περίοδο πενήντα χρόνων (1830-1880), είχαν εγγραφεί εκεί 5.600 πλοία περίπου, τα περισσότερα τοπικής κατασκευής. Στη Σύρο ιδρύθηκε το 1857 και η πρώτη ατμοπλοϊκή εταιρεία της Ελλάδος.” Γ. Λεονταρίτης, Ελληνική εμπορική ναυτιλία (1453-1850), σσ. 62-63 Από το σχολικό βιβλίο χρησιμοποιούμε τις σσ. 22-24: “Ακολούθησαν . . . ποτάμι.” και συνθέτουμε την απάντησή μας: Απάντηση: Η αξιοσημείωτη ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας στα προεπαναστατικά χρόνια (κυρίως την περίοδο 1774-1815) σταμάτησε με την έναρξη του Αγώνα για την απελευθέρωση. Στη διάρκεια των συγκρούσεων, ο ελληνικός εμπορικός στόλος μετατράπηκε σε πολεμικό, οι δρόμοι του εμπορίου έκλεισαν και τα παραδοσιακά ναυτικά κέντρα γνώρισαν την καταστροφή (Ψαρά, Γαλαξείδι) ή την παρακμή (Ύδρα). Από την ακμάζουσα προεπαναστατική ναυτιλία απέμειναν λίγα πράγματα. Το κυριότερο από αυτά ήταν η προδιάθεση για τη θάλασσα και η γνώση των ναυτικών υποθέσεων. Αυτά τα δύο στοιχεία βοήθησαν την ασθενική ελληνική κοινωνία, στην οποία όλοι οι τομείς ήταν προβληματικοί, να δημιουργήσει έναν εύρωστο ναυτιλιακό τομέα. Το έμπειρο προσωπικό τόσο στην κατασκευή όσο και στην επάνδρωση των πλοίων και το συνεταιρικό πλαίσιο συνεργασίας (συντροφικό σύστημα) όλων των εμπλεκομένων στις ναυτιλιακές δραστηριότητες, από την κατασκευή του πλοίου μέχρι τη διεξαγωγή του εμπορίου υπήρξαν οι προϋποθέσεις για την αναβίωση της ναυτιλιακής και εμπορικής δραστηριότητας. Βοήθησε, παράλληλα, και ο Ελληνισμός της διασποράς, εκπρόσωποι του οποίου όχι μόνο επένδυαν στις ελληνικές ναυτιλιακές επιχειρήσεις, αλλά και δρούσαν δυναμικά στα πιο σημαντικά οικονομικά κέντρα της Οθωμανικής 36 Γ΄ Λυκείου Ιστορία Κατεύθυνσης Αυτοκρατορίας, της Ρωσία, των Βαλκανίων και της Αιγύπτου και ήλεγχαν σε μεγάλο ποσοστό το εμπόριο και τις μεταφορές στις περιοχές αυτές. Στο ελληνικό κράτος, τη θέση των παλιών κέντρων που παρήκμασαν αναδείχθηκαν νέα, όπως η Σύρος και ο Πειραιάς. Η πρώτη, που εξελίχθηκε και στο πιο σημαντικό ναυτιλιακό κέντρο, στη διάρκεια της Επανάστασης δέχθηκε κύματα προσφύγων, κυρίως από τη Χίο. Η στρατηγική θέση του νησιού, στο κέντρο του Αιγαίου και πάνω ακριβώς στις διαδρομές που συνέδεαν τα Στενά και τη Μαύρη θάλασσα με τους Μεσογειακούς δρόμους του εμπορίου, συνέβαλε στη δημιουργία ισχυρότατου - όχι μόνο για τα ελληνικά μέτρα- ναυτιλιακού κέντρου. Όπως προαναφέρθηκε, στην ανάπτυξη αυτή σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η δυναμική παρουσία και δραστηριότητα των ελληνικών παροικιών στα κυριότερα εμπορικά κέντρα της περιοχής: στα λιμάνια της νότιας Ρωσίας, στις εκβολές του Δούναβη, στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και αργότερα στην Αίγυπτο. Χαρακτηριστικό της ανάπτυξης της Σύρου είναι η εγγραφή στα νηολόγια της του τεράστιου αριθμού των 5.600 πλοίων σε μια περίοδο μικρότερη των 50 ετών, όπως και το γεγονός ότι υπήρχε υποδομή για την κατασκευή τους και ακόμα ότι εκεί ιδρύθηκε το 1857 η πρώτη ατμοπλοϊκή εταιρεία της χώρας. Αλλά και γενικότερα, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, η ελληνική ναυτιλία, παρά τις περιόδους κρίσης που πέρασε και παρά τον ανταγωνισμό των υψηλού κόστους και τεχνικών απαιτήσεων ατμόπλοιων, ακολούθησε μία ανοδική πορεία. Ο αριθμός και η χωρητικότητα των πλοίων της δεν έπαυαν να αυξάνουν. Το 1840 τα ελληνικά πλοία είχαν συνολική χωρητικότητα 100.000 τόνους, ενώ το 1866 είχαν ξεπεράσει τους 300.000 τόνους. Η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν αυτονόητη. Υπήρξαν έντονες αυξομειώσεις στην περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά ιστιοφόρα μετατράπηκαν σε ατμόπλοια. Το ίδιο χρονικό διάστημα, πολλά από τα εθνικά δημόσια έργα έγιναν για την εξυπηρέτηση της ναυτιλιακής δραστηριότητας. Κατασκευάστηκαν λιμάνια και δημιουργήθηκε ένα σύστημα φάρων, που έκανε πολύ ασφαλέστερη τη ναυσιπλοΐα στις ελληνικές θάλασσες. Οι πρωτοβουλίες και οι συγκροτημένες προσπάθειες για την είσοδο της ελληνικής ναυτιλίας στην εποχή του ατμού ξεκίνησαν, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, μετά τα μέσα του 19ου αιώνα (1857). Τα κεφάλαια που χρειάζονταν για την κατασκευή ή την αγορά και τη συντήρηση των ατμόπλοιων ήταν σημαντικά, με αποτέλεσμα να ανατραπούν οι παραδοσιακές εφοπλιστικές σχέσεις που ίσχυαν για τα ιστιοφόρα (δηλαδή, το συντροφικό σύστημα) και να αναζητηθούν κεφάλαια μέσω εταιρειών και ισχυρών επιχειρηματικών σχημάτων. Το κράτος, οι τράπεζες (η Εθνική Τράπεζα ιδιαίτερα) και οι εκτός συνόρων ομογενείς συμμετείχαν ενεργά σ' αυτές τις πρωτοβουλίες. Παρόλ’ αυτά, η περιορισμένη διαθεσιμότητα κεφαλαίων και ο αυξημένος επιχειρηματικός κίνδυνος ανέστειλαν την ανάπτυξη της ελληνικής ατμοπλοίας. Η παρουσία της άρχισε να γίνεται αισθητή μόλις την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Τα 97 ελληνικά ατμόπλοια του 1890, έγιναν 191 το 1901 και 389 το 1912. Η ανάπτυξη αυτή στηρίχθηκε στην κυριαρχία Ελλήνων επιχειρηματιών στις μεταφορές στην περιοχή του δέλτα του Δούναβη, αλλά και στην κίνηση στο ίδιο το ποτάμι.

Τα ίδια βήματα ακολουθούμε και στην επεξεργασία πινάκων, όπως αυτός που ακολουθεί: Ερώτηση: Βασιζόμενοι στις ιστορικές σας γνώσεις και τα στοιχεία του πινάκα, να παρουσιάσετε τις χώρες με τις οποίες η Ελλάδα είχε εμπορικές συναλλαγές. Χώρες εμπορικών συναλλαγών της Ελλάδας (συγκριτικά μ.ο.1890) Εισαγωγές και εξαγωγές σε εκατομμύρια δραχμές Χώρα Αξία Ποσοστό Κυριότερα είδη Αγγλία 66 30% Σταφίδα, μεταλλεύματα, υφάσματα Ρωσία 22 10% Σιτηρά (εισαγωγές) Τουρκία 28 13% Τρόφιμα, ζώα, βαμβάκι Αυστρία 25 11% Ξυλεία, αγροτικά Γαλλία 32 15% Δέρματα, τρόφιμα, διάφορα Γερμανία 8 4% Ιταλία 7 3% ΗΠΑ 7 3% Απάντηση: Από τον πίνακα, ο οποίος συμπληρώνει και αποσαφηνίζει την ιστορική αφήγηση, μπορούμε να προσδιορίσουμε το ύψος και το ποσοστό των εμπορικών συναλλαγών της Ελλάδας με διάφορες χώρες και, σε συσχετισμό με την ιστορική αφήγηση, τα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα από και προς αυτές. Οι χώρες με τις οποίες η Ελλάδα ανέπτυξε στο διάστημα αυτό εμπορικούς δεσμούς, ήταν ως επί το πλείστον τα βιομηχανικά κράτη της Δύσης. Όπως παρατηρούμε στον πίνακα, από το 89% της συνολικής αξίας των συναλλαγών που καταγράφονται το 52% γίνεται με κράτη της Δυτικής Ευρώπης (Αγγλία 30%, Γαλλία 15%, Γερμανία 4%, Ιταλία 3%), τα οποία απορροφούν τα αγροτικά προϊόντα της Ελλάδας για να καλύψουν τις διατροφικές ανάγκες των εργατικών πληθυσμών τους αλλά και τις πρώτες ύλες της για να τις επεξεργαστεί η βιομηχανία τους, ενώ, από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα έχει ανάγκη τα βιομηχανικά τους προϊόντα, λόγω της υπανάπτυξης της δικής της βιομηχανίας. Από το υπόλοιπο 37%, το 13% γίνεται με την Τουρκία, το 11% με την Αυστρία, το 10% με τη Ρωσία και μόλις το 3% με τις ΗΠΑ. Η Αγγλία είναι το κράτος που οι εμπορικές του συναλλαγές με την Ελλάδα είναι οι μεγαλύτερες και τούτο οφείλεται στο ότι απορροφούσε το σύνολο σχεδόν των εξαγωγών σταφίδας αλλά και ένα σημαντικό ποσοστό των μεταλλευμάτων (μολύβδου), ενώ εξάγει μεγάλες ποσότητες υφασμάτων, που είναι προϊόντα της βιομηχανίας της. Η Γαλλία (η οποία εισάγει δέρματα) αλλά και μικρότερα ευρωπαϊκά κράτη, όπως το Βέλγιο, ακολουθούσαν. Οι εμπορικές σχέσεις με την Οθωμανική 38 Γ΄ Λυκείου Ιστορία Κατεύθυνσης Αυτοκρατορία, αν και υπαρκτές, δεν βρίσκονταν στην πρώτη θέση από πλευράς όγκου και αξίας, λόγω των τεταμένων σχέσεων των δύο χωρών, και αφορούν γεωργικοκτηνοτροφικά προϊόντα. Από την Αυστρία εισάγεται στην Ελλάδα ξυλεία, ενώ η Ρωσία, κατεξοχήν σιτοπαραγωγός χώρα, εξάγει στην Ελλάδα σιτηρά που την βοηθούν να καλύψει το επισιτιστικό της πρόβλημα. Τέλος, το ύψος των συναλλαγών με τη Γερμανία, την Ιταλία και τις ΗΠΑ κατά την εποχή αυτή ήταν περιορισμένο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου